Το σωσίβιο

Μια παραλία της Ανατολικής Μακεδονίας, απ’ αυτές τις τεράστιες σε μήκος, με την παχιά,σχεδόν ποταμίσια άμμο έξω και την πολύ πέτρα και μαυρίλα μέσα, που όταν μεγάλωσα εκτίμησα απίστευτα το χιούμορ του ανθρώπου που την βάφτισε “κυανή ακτή”. Στα δικά μου παιδικά μάτια βέβαια που δεν είχαν δει ακόμα την Χαλκιδική φάνταζε σαν επίγειος παράδεισος, άσχετα αν μετά το μεσημέρι οι αέρηδες προκαλούσαν τέτοιο κυματισμό που μεταμόρφωναν τη “ κυανή ακτή” σε Χαβάη 5-0. Και όποιος δεν καταλαβαίνει την διαφορά, δεν κινδυνεύει από κορωνοϊό.

Πρέπει να ήταν το καλοκαίρι του ‘73. Όχι πρέπει, ήταν το καλοκαίρι του ’73. Σ’ αυτή την παραλία λοιπόν, ένιωσα για πρώτη φορά πως είναι να ξεχωρίζεις από το πλήθος, να έχεις ή να κατέχεις κάτι μόνο εσύ και να δέχεσαι ζηλόφθονα βλέμματα, πως είναι να υπερ-έχεις και να πλημμυρίζεις από υπεροψία. Αιτία του κακού  η έμπνευση του πατέρα μου, που πηγαίνοντας στην πόλη να πληρωθεί τα καπνά, μου αγόρασε ένα σωσίβιο. Ήταν ένα όμορφο σωσίβιο, που   το λευκό  φουσκωτό δαχτυλίδι κατέληγε σε ένα αλογάκι, ένα κεφάλι αλόγου για την ακρίβεια με ασπροκόκκινη χαίτη, που έβαζε καβάλα την ματαιοδοξία μου και ποδοπατούσε  τις μαύρες σαμπρέλες που είχαν όλα τ’ άλλα παιδιά. Εντάξει, δεν είχα ποδήλατο, δεν είχα playmodill ή monopoly, είχα όπως το πιο trendy σωσίβιο ever, που θα λέγαμε και σήμερα.

Και φυσικά ήρθαν και μου το ζήτησαν όλα τ’ άλλα παιδιά και φυσικά δεν το έδωσα. Τσαλαβουτούσα συνεχώς και δεν το έβγαζα από πάνω μου με κανένα τρόπο. Μου το ζήτησε κανά δυό φορές και η αδελφή μου και δεν το έδωσα μέχρι που έμπηξε τα κλάματα και με παρέμβαση της μάνας μας, αναγκάστηκα να της το δώσω. Η αδελφή μου όμως ήταν μεγαλύτερη και πολύ πιο αναπτυγμένη από μένα και δεν χωρούσε στο δαχτυλίδι του σωσίβιου. Έτσι το πήρε, το έβαλε μπροστά της και κρατώντας το άρχισε να κολυμπά και να παίζει. Τότε προφανώς, βρήκε ευκαιρία η θεία δίκη και με τιμώρησε. Έβγαλε ένα δυνατό κύμα που της το πήρε από τα χέρια και το τράβηξε αρκετά βαθειά για να μπορέσει να το πιάσει. Ακόμα και η προσπάθεια του πατέρα μας απέβη άκαρπη, γιατί ο δυνατός αέρας το τράβηξε γρήγορα μέσα. Καθόμουν αποσβολωμένος στην αμμουδιά, με τα μάτια μουσκεμένα και καρφωμένα στην μικρή κουκίδα στον ορίζοντα που όλο απομακρύνονταν μέχρι που έσβησε τελείως. Δεν θυμάμαι καν πως με μάζεψαν, πως  φύγαμε, πως γυρίσαμε σπίτι. Θυμάμαι όμως πως έκανα πυρετό εκείνο βράδυ και πως μέσα στον ύπνο μου πρέπει να έπνιξα κανά δυό-τρεις φορές την αδελφή μου.

Οι μέρες βέβαια πέρασαν μαζί με το καλοκαίρι. Λένε ότι το μυαλό, ειδικά το παιδικό, είτε χωνεύει , είτε απωθεί τα δυσάρεστα. Ψέμματα. Εμένα μού ‘χε γίνει έμμονη ιδέα. Κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ, η εικόνα του σωσίβιου ν’ απομακρύνεται και να χάνεται έπαιζε αρκετές φορές πριν με πάρει ο ύπνος. Κι άρχισα να δημιουργώ ιστορίες που έπεφτα μ’ αυτοθυσία στην θάλασσα και μετά από μάχες με τα κύματα, κατάφερνα να σώσω το …σωσίβιο.

Τα σχολεία φυσικά ξανάρχισαν και εκείνη την χρονιά,ανάμεσα σε πολλά άλλα, μάθαμε ότι η γη είναι στρόγγυλη. Τότε ήταν λοιπόν, που μου ‘ρθε η πετριά. Σκέφτηκα ότι, αφού η γη είναι στρόγγυλη, το σωσίβιο θα κάνει τον κύκλο της γης επιπλέοντας και το άλλο καλοκαίρι θα ξαναπεράσει από την κυανή ακτή. Ήμουνα τόσο σίγουρος ότι αυτό θα συμβεί που δεν το συζήτησα με κανέναν. Όχι ότι φοβόμουν ότι θα με κοροϊδέψουν αλλά ότι μπορεί κάποιος να πάει να το πάρει πριν από μένα.

Ο υπόλοιπος χρόνος πέρασε αρκετά βασανιστικά και το μυαλό μου δεν ξέφυγε στιγμή. Πέρασε ο χειμώνας, η άνοιξη και κάποια στιγμή ήρθε και το καλοκαίρι. Όσες φορές πηγαίναμε στην κυανή ακτή, ανέβαινα σ’ ένα δέντρο και σαν το μαυρούλη στην γαλέρα των πειρατών στα αστερίξ, καθόμουν με τις ώρες κι αγνάντευα την θάλασσα μπας και φανεί το σωσίβιο. Πήρα κι απ’ το πανηγύρι τ’ Άι Γιώργη κι ένα ζευγάρι κιάλια της πλάκας κι όλο παρατηρούσα. Κι όλο και κάτι άσπριζε στον ορίζοντα και φαινόταν σαν να ‘ρχεται, κι όλο αποδεικνυόταν σκουπίδι, σημαδούρα, κυματισμός. Το ότι είχα γίνει η ατραξιόν της παραλίας και όλοι κρυφογελούσαν με μένα, καθόλου δεν μ’ ένοιαζε γιατί ήταν τέτοια η βεβαιότητα μου ότι το σωσίβιο θα κάνει τον κύκλο της γης και θα ξανάρθει που είχα ήδη φανταστεί τα ξινισμένα μούτρα όλων όταν θα μ’ έβλεπαν να το ξαναφοράω.

Το καλοκαίρι όμως, ήταν το καλοκαίρι του ’74. Γεμάτο γεγονότα. Τον Ιούλη τα πράγματα αγρίεψαν. Έγινε η επέμβαση των τούρκων στην Κύπρο και στην συνέχεια η επιστράτευση. Τα πρόσωπα των ανθρώπων ξαφνικά άλλαξαν, και δεν είχαν την παραμικρή διάθεση, ούτε και το χρόνο για μπάνια. Με πολύ κόπο, προς το τέλος του καλοκαιριού, κατάφερα να πείσω την μάνα μου να πάμε άλλη μια φορά, όντας σίγουρος ότι το σωσίβιο είναι εκεί και με περιμένει. Στον δρόμο, τα τανκς και τα φορτηγά δεν σταμάτησαν στιγμή να περνάνε με κατεύθυνση τον Έβρο. Φυσικά το σωσίβιο αγνόησε επιδεικτικά την δική μου βεβαιότητα και δεν ξαναγύρισε. Κι έμεινα εκεί, στήλη άλατος, να μην μπορώ ν’ αποδεχτώ με τίποτα αυτή την έκβαση.

Ήταν η πρώτη διάψευση μιας βεβαιότητας στην ζωή μου. Και φυσικά όχι η μοναδική. Στο πέρασμα των χρόνων είδα να καταρρέουν πάρα πολλές βεβαιότητες, να μην πω ότι είδα μόνο βεβαιότητες να καταρρέουν. Μου θύμισε το σωσίβιο, η έκπληξη που βλέπω στα μάτια όλων μας αυτές τις μέρες, η κατάρρευση της βεβαιότητας ότι αυτά που ζούμε είχαν περάσει ανεπιστρεπτί και δεν μας αφορούσαν. Τελικά μου φαίνεται, παραφράζοντας το γνωστό σωκρατικό, ένα είναι βέβαιο. Ότι τίποτε δεν είναι βέβαιο. Ή μάλλον, ας μην γινόμαστε κι υπερβολικοί. Είναι απολύτως βέβαιο ότι η άνοιξη έχει έρθει και φέτος όμορφη, στολισμένη, πολλά υποσχόμενη. Μόνο που είναι έτοιμη να βάλει τα κλάματα, γιατί δεν την προσέχει κανείς.

άνοιξη 2020/καραντίνα

γιώργος κολοβός