Σώπα κι άκουσε

“Τι θέλεις και μ’ ενοχλείς νυχτιάτικα; Δε σου είπα ότι δε θέλω καμμιά παρτίδα μαζί σου. Να μην με ξαναπάρεις μ’ ακούς; Να μην με ξαναπάρεις. Έπρεπε όλα να τα σκεφτείς πριν κάνεις ότι έκανες. Κατάλαβες; Παλιοπουτάνα, ε παλιοπουτάνα. Έκανες ότι έκανες κι έχεις τώρα το θράσος να μου τηλεφωνείς; Έχεις το θράσος να μου τηλεφωνείς;” 

       Η φωνή του βαριά, με έντονη βραχνάδα κι εκείνο το ιδιαίτερο γρέζι που συναντάς στις κερκίδες των γηπέδων ή στους ανθρώπους της νύχτας. Φωνάζει ακατάπαυστα, βρίζει, πρέπει να είναι σε κατάσταση αμόκ. Που και που ακούγονται θόρυβοι που φανερώνουν ότι χτυπάει το χέρι του σε τραπέζι ή κλωτσάει ότι βρίσκεται μπροστά του.  Φωνές, βρισιές ακατανόμαστες, απειλές, βία γυμνή που την κάνω εικόνα στο μυαλό μου και τρομάζω. Και στιγμές στιγμές,  ανάκατα με τις άναρθρες κραυγές βίας, απολήξεις με ηχόχρωμα και χροιά  αδικίας. Οι φράσεις του ξεκινούν με ένταση  απύθμενου θυμού αλλά κάπου προς το τέλος τους, εκεί λίγο πριν το κόμμα ή το ερωτηματικό  τις κυριεύει κάποιο ανομολόγητο και αταίριαστο παράπονο. Αντίφαση δραματική, που με καθηλώνει αυτήκοο μάρτυρα και δεν μ’ αφήνει να κλείσω το τηλέφωνο, ρισκάροντας την αποκάλυψη μου. Είναι φανερό ότι αυτός ο άνθρωπος, παρά την προσπάθεια του να το κρύψει, μέσα στο δικό του κόσμο νιώθει και αδικημένος. 

   “ Δεν θέλω κάτι για μένα…. Πήρα να σου πω…πήρα να σου πω..” 

    Ο λυγμός από την άλλη πλευρά της γραμμής με συγκλόνισε. Είναι τόση μεγάλη η αλήθεια που πλημμυρίζει τη φωνή της, όχι μέσα στις δυο τρεις λέξεις  που πρόλαβε να ξεστομίσει, αλλά κυρίως στην ανάσα της που ακροάζομαι στις παύσεις της. Αδυνατώ να κλείσω τη γραμμή. Ο συνεργάτης μου, μου κάνει νοήματα πίσω από το τζάμι του γραφείου ότι ο πελάτης που μιλούσα προηγουμένως και κόπηκε η γραμμή, περιμένει να του ξανατηλεφωνήσω. Δε μπορώ όμως. 

      “Σε παρακαλώ… σε παρακαλώ… δεν θέλω να μαλώνουμε… εγώ γι άλλο σου τηλεφώνησα”

     “Κακώς…πολύ κακώς! Άμα δεν θέλεις να μαλώνουμε να πείς αυτό το τσογλανάκι τον δικηγόρο σου να κόψει τις μαλακίες ότι σε έδερνα και σε χτυπούσα. Αυτά ήταν  δικά μας… του σπιτιού. Δε θα τα βγάλουμε όλα στη φόρα. Σε  χτυπούσα… άκου σε χτυπούσα… Ναι μωρή, σαν άντρας όταν νεύριαζα σούριχνα και καμμιά ξανάστροφη. Που είναι το περίεργο δηλαδή; Εδώ τις έτρωγες κανονικά και πήγες και ξενοπηδήχτηκες με κείνο το κωλοπαίδι…φαντάσου να μην τις έτρωγες … μ’ όλη τη  γειτονιά θα πηδιόσουνα!!” 

     “Σε παρακαλώ…. Εγώ πήρα να σου πω…πήρα να σου πω..  ότι το παιδί θέλει φόρμες”

     “ Και τι με νοιάζει εμένα μωρή πουτάνα; Ε, τι με νοιάζει; Ποιος ξέρει κι αυτό με ποιόν τόκανες;  Να πας να ζητήσεις λεφτά απ’ τον γκόμενό σου, ακούς; Ε, ακούς; Τι τζάμπα πηδιόσουν μαζί του; Τζάμπα πηδιόσουν; Τόσο φτηνή είσαι; Απ’ αυτόν να τα ζητήσεις”

     “Σε παρακαλώ… εγώ πήρα να σου πω… εγώ πήρα να σου πω…” 

      Το γοερό ασταμάτητο κλάμα της με παραλύει και με παγιδεύει. Αδυνατώ να ξεφύγω. Aκούσιος ωτακουστής σε μια ιστορία ξένη για μένα και σε χρόνο πιεστικής εργασίας;  Γιατί άραγε; Είναι τα ανθρώπινα μου χαμηλά ένστικτα που δεν μ’ αφήνουν να κλείσω το τηλέφωνο; Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται η βία και ο πόνος πάντα φέρνουν εισιτήρια. Πάντα έφερναν. Γι αυτό δεν αντιδρώ; Θέλω να παρέμβω, να τσιρίξω, ν’ αλλάξω την κατάληξη της ιστορίας. Παραμένω όμως βουβός και άπνοος, σα θεατής σ’ αρχαίο δράμα, ένα με την μαρμάρινη κερκίδα.

    “Και δεν φταίει κανένας. Εγώ φταίω που σε παντρεύτηκα και δεν είχα καταλάβει τι πουτανάκι ήσουν.  Εμ…βέβαια. Τότε μου πούλησες έρωτα. Μου τάλεγε η σχωρεμένη η μάνα μου. Δε κάνει αυτή για σένα. Δεν είναι για σπίτι αυτή. Άστην εκεί στο χαμόσπιτο που ζει με τους δικούς της. Που την πήρες και την έκανες κυρία στο τριόροφο. Που νάξερα ο ηλίθιος. Είπα, εντάξει, είναι από φτωχή οικογένεια αλλά σπούδασε, ξέφυγε. Και καλά που δεν σ’ άφησα να πάς στη Σάμο να δουλέψεις σαν δασκάλα. Άκου να πάει μια γυναίκα μόνη της σε ένα νησί όλο τον χειμώνα. Τότε που επέμενες, αν θυμάσαι είναι που σε χτύπησα πολύ. Μ’ ανάγκασες. Δεν ήθελα. Υπήρχε περίπτωση να κρατήσουμε σπίτι , εσύ στη Σάμο κι γω εδώ;  Γι αυτό σ’ έδειρα. Για να κρατήσω το σπίτι μου. Μετά βέβαια, κατάλαβα το σχέδιο σου. Ήθελες να είσαι μακριά μου να ξεκωλιάζεσαι με όποιον σου γυάλιζε. Και γω ο μαλάκας, έκανα όνειρα…. Γιατί σ΄αγαπούσα..ο ανόητος..”

    Στις τελευταίες κουβέντες του είχε επικρατήσει πλήρως το αίσθημα της δικής του “αδικίας”  και η φωνή ακροβατούσε από την βαρβαρότητα στον λυγμό και τανάπαλιν.  

    “Σε παρακαλώ… σε παρακαλώ…δε θέλω να ξαναρχίσουμε τα ίδια….Εγώ πήρα να σου πω..”

       Το τζάμι απέναντι μου έχει γίνει λευκό πανί, σα παλιό σινεμά που πάνω του παίζονται όλες οι εικόνες που έρχονται από το καλώδιο του τηλεφώνου και τις σκηνοθετεί το μυαλό μου. Δεν βλέπω τίποτα πίσω του παρά τις προσπάθειες που κάνουν οι απ΄έξω. Πολλοί σπουδαίοι υποστηρίζουν ότι όλοι  αρεσκόμαστε να παρακολουθούμε τον πόνο του άλλου γιατί έτσι ενδομύχως χαιρόμαστε που δεν συμβαίνει σε μας. Ανοησίες. Ανοησίες μάλλον ανθρώπων που δεν πόνεσαν ποτέ πραγματικά. Η αλήθεια είναι αυτή που συγκλονίζει. Η αλήθεια του πόνου, η αλήθεια του λυγμού, η αλήθεια της απόγνωσης. Και η αλήθεια πάντα σε υποβάλει, σε κάνει συμμέτοχο, σε οδηγεί στην ταύτιση και στο μοίρασμα του πόνου λες κι άμα τον συμμεριστείς θα ελαφρύνει ο πόνος του άλλου. Δεν έχει σημασία. Μάλλον συμπονάμε, ναι.. .ναι αυτή είναι η σωστή λέξη. Συμπονάμε γιατί ανακαλούμε δίκες μας ιστορίες, που έχουμε καταχωνιάσει κάπου βαθιά μέσα μας αλλά αυτές παραμένουν ζωντανές, μικρά αγκαθιά ξεχασμένα που πονάνε μόνο όταν κάτι τα πιέσει.

       “Και πάλι καλά που γκαστρώθηκες και σταμάτησες να θέλεις να φύγεις απ το σπίτι και να πας σε κανένα νησί να δουλέψεις. Ευτυχώς. Και μόλις σταμάτησες να το συζητάς, σταμάτησα και γω να σε χτυπάω. Αυτό να πεις στο δικηγόρο σου. Ότι όσο ήσουν έγκυος δεν σήκωσα χέρι πάνω σου. Ποτέ.” 

     Ήταν η στιγμή που κρατήθηκα να μην μιλήσω με μεγάλη δυσκολία, χωρίς όμως να καταφέρω να συγκρατήσω  την δυσφορία μου, μάλλον με έντονη εκπνοή. 

     “Ώπα τι ακούστηκε; Τι ήταν αυτό; Ποιος είναι στη γραμμή; Μωρή ξεφωνημένη, έχεις βάλει κι ηχογραφούν την συνομιλία μας; Θα σε σκοτώσω. Δε μου γλυτώνεις τώρα. Ποιος σε συμβούλεψε να το κάνεις; Ο πανίβλακας  ο δικηγόρος σου; Έρχομαι από κει να μου δώσεις την κασσέτα κι αν δεν μου τη δώσεις θα σε σπάσω στο ξύλο. Τώρα θα δεις τι θα πει ξύλο”

    Πανικοβλήθηκα κι εντελώς ασυναίσθητα πήγα να κλείσω προσεκτικά το τηλέφωνο. Ο άντρας συνέχιζε να φωνάζει, ν’ απειλεί και να βρίζει. Κουβέντες βαριές που πια από την έντασή τους λίγες μπορούσα να καταλάβω. Ένα μόνο κατάφερα να ακούσω καλά, πολύ καλά, παρά την ένταση και τα κλάματα.

   “Ένα πήρα να σου πω…ένα. Πήρα να σου πω.. ότι το παιδί θέλει φόρμες”

γιώργος κολοβός

Σχόλια

Απάντηση

Discover more from Γιώργος Κολοβός

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading