Ο μικρός κοκκινολαίμης

ένα χριστουγεννιάτικο παραμύθι

Μια φορά κι’ ένα καιρό, ήταν μια πολύ όμορφη λίμνη. Μια πανέμορφη λίμνη, γεμάτη καθαρό γάργαρο νερό. Και γύρω από την λίμνη ζούσαν χιλιάδες διαφορετικά πουλιά. Σπουργίτια,τσίχλες, μπεκάτσες, κοτσύφια, βουτηχτήρια, κοκκινολαίμηδες, αετοί, γεράκια. Και όλα χαίρονταν καθημερινά την λίμνη, το καθαρό νερό και τις ατέλειωτες λιχουδιές που έβρισκαν στην λίμνη. Περνούσαν τις μέρες τους ξένοιαστα, χωρίς να σκέφτονται και να προσπαθούν πολύ, αφού η λίμνη τους τα πρόσφερε όλα απλόχερα.

Και που και πού, έρχονταν κι’ άλλα πουλιά, αποδημητικά, από άλλα μακρινά μέρη, που κι αυτά έβρισκαν την τροφή τους στην λίμνη. Ερωδιοί, τρυγόνια, μαυροπούλια, χελιδόνια. Έφτιαχναν τις φωλιές τους από τα ξεραμένα κλαδιά γύρω από την λίμνη, γεννούσαν και μεγάλωναν τα μικρά τους μέχρι που κι αυτά να μπορούν να πετάξουν. Και μερικά από αυτά μάζευαν σπόρους και τους έπαιρναν μαζί τους, όταν ήταν να ξεκινήσουν για το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής. Όλα ζούσαν ευτυχισμένα και αγαπημένα και ποτέ δεν περνούσε από το μυαλό τους, ότι κάτι κακό μπορεί να συμβεί.

Άλλαξαν όμως οι καιροί, και για κάποιο ανεξήγητο λόγο, το νερό της λίμνης άρχισε να λιγοστεύει. Τότε κάποια λίγα πουλιά, άρχισαν να φωνάζουν ότι κάτι πρέπει να φταίει και κάτι πρέπει να κάνουν για να μην τελειώσει το νερό της λίμνης. Ήταν όμως τόσο λίγα, που όσο και να φώναζαν δεν μπορούσαν ν΄ακουστούν μέσα στα τιτιβίσματα και τις φωνές τόσων πολλών πουλιών.

Σε λίγο καιρό όμως, το νερό λιγόστεψε πάρα πολύ. Το μεγαλύτερο κομμάτι της λίμνης άρχισε να ξεραίνεται. Τα βουτηχτήρια δεν μπορούσαν να βουτήξουν, οι τσίχλες και οι μπεκάτσες δεν μπορούσαν ν’ ανακατέψουν την λάσπη και να βρουν τροφή, ούτε τ΄ άλλα πουλιά να πλατσουρίσουν και να χαρούν το νερό. Μπροστά στο γενικό κακό, αποφάσισαν ότι πρέπει να συγκληθεί η γενική συνέλευση όλων των πουλιών για συζητήσουν το πρόβλημα. Και την άλλη μέρα μαζεύτηκαν όλα πάνω στο μεγάλο πλάτανο δίπλα στην λίμνη.

– Δεν έχουμε νερό, γιατί τα σπουργίτια είναι πάρα πολλά και όλη την ημέρα πλένονται, είπαν οι αετοί και τα γεράκια.

– Δεν έχουμε νερό, γιατί μερικά πουλιά –λοξοκοιτάζοντας προς τις μπεκάτσες και τα βουτηχτήρια – βρίσκονται όλοι την ημέρα μέσα στο νερό και το σπαταλούν, είπαν τα σπουργίτια.

– Δεν έχουμε νερό, γιατί τα βουτηχτήρια, όταν βουτούν πιτσιλάνε το νερό και χάνεται, είπαν οι μπεκάτσες.

– Δεν έχουμε νερό, γιατί οι μπεκάτσες είναι πολύ χοντρές και πίνουν πολύ νερό, είπαν τα βουτηχτήρια.

Και η συζήτηση συνεχιζόταν, μέσα από αλληλοκατηγορίες, χωρίς να μπορεί να βγει κάποιο αποτέλεσμα. Τότε, ένας μεγάλος μαύρος κότσυφας, σήκωσε όρθια την φτερούγα του και φώναξε με δύναμη.

-Κάντε ησυχία και ακούστε. Εμείς τα κοτσύφια, πιστεύουμε ότι δεν έχουμε νερό, γιατί το πίνουν όλο τα πουλιά που δεν είναι από εδώ, τ’ αποδημητικά.Και ειδικά τα μαυροπούλια. Με ποιο δικαίωμα, έρχονται από άλλες λίμνες και πίνουν το νερό της δικής μας λίμνης; Και παίρνουν και τους σπόρους μας και σε λίγο δεν θα έχουμε ούτε τροφή;

Ναι, ναι, έχει δίκιο.Τ’ αποδημητικά πουλιά φταίνε, φώναξαν σχεδόν όλα τα πουλιά με μια φωνή.

-Μα οι δικές τους λίμνες, δεν έχουν νερό όλο το χρόνο, ψέλλισε ένας μικρός κοκκινολαίμης.

-Και τι μας νοιάζει εμάς; Να πάνε αλλού να βρουν νερό, απάντησε ο μαύρος κότσυφας.

-Μα μαζεύουν όλα τα ξερά κλαδιά, για να μην πάρουμε φωτιά και να μπορούμε να βρίσκουμε πιο εύκολα τροφή, ανταπάντησε ο μικρός κοκκινολαίμης.

-Σιγά την βοήθεια. Από αύριο θα τα μαζεύουμε εμείς, είπε ο κότσυφας.

-Α,α, για σιγά. Εμείς δεν μπορούμε να μαζέψουμε τα κλαδιά, γιατί είμαστε πολύ κοντές, είπαν οι μπεκάτσες.

-Εμείς δεν μπορούμε γιατί είμαστε πολύ μικρά, είπαν τα σπουργίτια.

-Εμείς, δεν μπορούμε γιατί πετάμε πολύ ψηλά, είπαν τα γεράκια και οι αετοί.

Και το κάθε πουλί βρήκε ένα σοβαρό λόγο που δεν μπορούσε να κάνει αυτή την άχαρη και βρώμικη δουλειά.

-Και τότε τι θα κάνουμε; αναρωτήθηκαν όλα μαζί.

-Ακούστε, είπε τότε ένας γέρος αητός, που ήταν και πρόεδρος της συνέλευσης. Αφού εμείς δεν ξέρουμε τι να κάνουμε, να φωνάξουμε άλλα πουλιά από άλλες πλούσιες λίμνες, να μας πουν.

Και έτσι έγινε. Την άλλη μέρα, οι άλλες λίμνες έστειλαν, μια σπουδαγμένη κουκουβάγια, ένα μελετηρό σπίνο και έναν παραμορφωμένο φλώρο για να μελετήσουν το πρόβλημα. Αυτά τα πουλιά, αφού μέτρησαν, είδαν, σκέφτηκαν για τρεις μέρες, ξανακάλεσαν την γενική συνέλευση και ανακοίνωσαν το πόρισμά τους.

-Δεν έχετε νερό, γιατί το ήπιατε όλοι μαζί. Και εξακολουθείτε να πίνεται πολύ νερό. Και η μόνη λύση, είναι ν’ αρχίσετε από αύριο να πίνετε το μισό νερό από αυτό που πίνατε μέχρι τώρα.

Βουβαμάρα επικράτησε στην συνέλευση των πουλιών.Ακόμα και τ’ αηδόνια που δεν σταματούσαν να κελαηδούν, σταμάτησαν. Σκέφτηκαν, ξανασκέφτηκαν, είδαν, απόειδαν και αποφάσισαν να εφαρμόσουν την λύση που πρότειναν τα τρία σοφά πουλιά. Όρισαν μάλιστα, τους αετούς και τα γεράκια, να παρακολουθούν την εφαρμογή της απόφασης και να τιμωρούν επί τόπου, όποιον την παρέβαινε.

Από την άλλη μέρα, όλα έπιναν το μισό από το νερό που έπιναν παλιότερα.Και κάθε μέρα τα βουτηχτήρια μετρούσαν την στάθμη της λίμνης. Πέρασε αρκετός καιρός έτσι, αλλά η λίμνη δεν μεγάλωνε. Το αντίθετο. Συνέχισε να ξεραίνεται με πιο γρήγορους ρυθμούς απ’ ότι παλιότερα. Έτσι τα πουλιά αποφάσισαν να ξαναφωνάξουν την σπουδαγμένη κουκουβάγια, τον μελετηρό σπίνο και τον παραμορφωμένο φλώρο να δουν τι συμβαίνει. Αυτά ήρθαν αμέσως και αφού ξαναμέτρησαν και ξαναμελέτησαν την κατάσταση, ανακοίνωσαν το νέο πόρισμά τους.

-Η λίμνη δεν μεγαλώνει, γιατί πάλι είναι πολύ το νερό που πίνετε. Πρέπει απ’ αύριο να πίνετε το μισό του μισού του νερού που πίνατε.

Το έκαναν κι’ αυτό, αλλά πάλι δεν είδαν αποτέλεσμα. Ξαναφώναξαν την σπουδαγμένη κουκουβάγια, τον μελετηρό σπίνο και τον παραμορφωμένο φλώρο και αυτοί ξανανακοίνωσαν.

-Η λίμνη δεν μεγαλώνει, γιατί πάλι είναι πολύ το νερό που πίνετε. Πρέπει απ’ αύριο να πίνετε το μισό του μισού του μισού του νερού που πίνατε.

Τα περισσότερα πουλιά είχαν πέσει σε απόγνωση. Οι μπεκάτσες είχαν αδυνατίσει, τα αηδόνια δεν είχαν κέφι και οι αετοί δεν πετούσαν για να μην διψάσουν. Αποφάσισαν λοιπόν, να ξανακάνουν συνέλευση, αλλά το κλίμα ήταν πάρα πολύ βαρύ. Όταν δε, τα βουτηχτήρια ανακοίνωσαν ότι το νερό της λίμνης ήταν τόσο λίγο που δε θα επαρκούσε για περισσότερο από μερικές βδομάδες, έκλαψαν ως και τ’ αηδόνια.

Τότε, ξανασηκώθηκε ο μεγάλος μαύρος κότσυφας, ξανασήκωσε όρθια την φτερούγα του και ξαναφώναξε με δύναμη.

-Κάντε ησυχία και ακούστε. Εμείς τα κοτσύφια, πιστεύουμε ότι δεν έχουμε νερό, γιατί το πίνουν όλο τα πουλιά που δεν είναι από εδώ, τ’ αποδημητικά.Και ειδικά τα μαυροπούλια. Με ποιο δικαίωμα, έρχονται από άλλες λίμνες και πίνουν το νερό της δικής μας λίμνης; Και παίρνουν και τους σπόρους μας και σε λίγο δεν θα έχουμε ούτε τροφή;

-Αυτά μας τα ξανάπες, του απάντησε ο αητός-πρόεδρος. Και τι έχεις να προτείνεις;

Ο μεγάλος μαύρος κότσυφας, τέντωσε ξανά την φτερούγα του και έδειξε ότι περίμενε καιρό αυτήν τη στιγμή.

-Μια είναι η λύση. Να διώξουμε όλα τ’ αποδημητικά πουλιά.

-Και πως θα γίνει αυτό; Ρώτησαν τα άλλα πουλιά.

-Ένας τρόπος υπάρχει. Σε λίγες μέρες έχουμε Χριστούγεννα. Θα πάμε λοιπόν, την νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων που τ΄αποδημητικά θα γλεντάνε και θα καταστρέψουμε τις φωλιές τους. Αλλά, για να μην μας καταλάβουν μέσα στην νύχτα , πρέπει όλοι εσείς που δεν είστε μαύροι να βάλετε φούμο και να γίνετε μαύροι. Πρέπει όλα τα πουλιά να γίνετε κοτσύφια.

Άλλα πουλιά γιατί πείσθηκαν, άλλα γιατί δεν έβλεπαν άλλη λύση, τελικά η πρόταση του μεγάλου μαύρου κότσυφα ψηφίστηκε. Και αποφάσισαν να πάνε να καταστρέψουν τις φωλιές των αποδημητικών το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων.

Όταν έφθασε η παραμονή των Χριστουγέννων, πήρανε φούμο και άρχισαν να βάφονται. Σε λίγη ώρα μαύρισε ο τόπος. Όλα τα πουλιά ήταν κατάμαυρα. Όλα εκτός…

Ο μικρός κοκκινολαίμης, παρόλο που είχε αντιρρήσεις από την αρχή, αποφάσισε να συμμορφωθεί με την απόφαση της συνέλευσης. Πήρε κι’ αυτός φούμο και άρχισε να βάφεται. Έβαψε τα φτερά του, έβαψε την ουρά του και τέλος προσπάθησε να βάψει και τον λαιμό του. Και παρόλο που τον έβαψε πολλές φορές, το χρώμα δεν έπιανε και ο λαιμός του ξαναγινόταν κόκκινος.Και έτσι όπως έπεφτε το φως του φεγγαριού, η κοκκινιά στο λαιμό του φέγγιζε τόσο πολύ, που φαινόταν από πολύ μακρυά. Και όσο την ξανάβαφε, αυτή κοκκίνιζε και φέγγιζε περισσότερο.

Τότε τούρθανε στο μυαλό, όλα εκείνα που του είχαν συμβεί χρόνια πριν και τα είχε ξεχάσει. Ο κοκκινολαίμης όταν ήταν πολύ μικρός σε ηλικία, ήταν κατακόκκινος. Ήταν κόκκινος ολόκληρος, όχι μόνο ο λαιμός του. Ήταν τόσο κόκκινος, που τα Χριστούγεννα τα περνούσε πάνω στο μεγάλο έλατο της λίμνης, παριστάνοντας το στολίδι. Εκεί τον υποχρέωναν να κάθεται τ΄άλλα πουλιά. Αυτό του δημιούργησε μια τεράστια απέχθεια για τα Χριστούγεννα και ένα μεγάλο κόμπλεξ κατωτερότητας. Πίστευε ότι τα άλλα πουλιά τον χρησιμοποιούσαν σαν στολίδι, όχι γιατί ήταν μικρός, αλλά γιατί ήταν κόκκινος. Έτσι με τα χρόνια, άρχισε σιγά-σιγά όχι να μεγαλώνει, αλλά να χάνει την κοκκινάδα του. Άρχισαν να γκριζάρουν τα φτερά του, η ουρά του, το κεφάλι του. Ο λαιμός του όμως, όσα χρόνια κι’ αν πέρασαν παρέμεινε κόκκινος. Και να τώρα, μετά από τόσα χρόνια, που αυτή η ρημάδα η κοκκινιά στο λαιμό, του έστεκε τεράστιο εμπόδιο, στο ν’ αποδείξει κι’ αυτός ότι μπορεί να κάνει κι άλλα πράγματα, εκτός από το να είναι στολίδι.

Κι ενώ ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα, τούρθε η μεγάλη ιδέα. Αλήθεια γιατί δεν το σκέφτηκα τόσο καιρό!! Τι βλάκας που είμαι!!. Έτρεξε λοιπόν γρήγορα, για να προλάβει τα μαγαζιά ανοιχτά και αγόρασε μια μεγάλη, ωραία, μαύρη κουκούλα. Της έκανε και δυο τρύπες γύρω από τα μάτια, και ήταν έτοιμος.

Όλα τ’ άλλα πουλιά είχαν ήδη συγκεντρωθεί στον μεγάλο πλάτανο. Ο μεγάλος μαύρος κότσυφας, που είχε οριστεί αρχηγός της αποστολής, μόλις η ώρα πήγε 12.00, έδωσε το σύνθημα. Ένα μεγάλο μαύρο σύννεφο, σηκώθηκε από το μεγάλο πλάτανο και σε λίγα λεπτά βρέθηκε πάνω από τις φωλιές των αποδημητικών πουλιών, που ήταν στην μικρή παραλία δίπλα στην λίμνη.

-Εεεεεπίθεσηηηηη!!!! φώναξε ο μεγάλος κότσυφας.

Έπεσαν όλα με δύναμη, πάνω στις φωλιές των αποδημητικών. Είχαν όλα, τόσο μεγάλο μίσος για αυτά τα «ξένα» πουλιά, που δεν άφησαν τίποτε όρθιο. Τα κοτσύφια, που πήγαιναν μπροστά, αφού κατέστρεψαν τις φωλιές, στην συνεχεία κυνηγούσαν όσα αποδημητικά πουλιά βρισκόταν εκεί και ζητούσαν τον λόγο, μέχρι σχεδόν έξω από τα όρια της λίμνης, πίσω από το μεγάλο βουνό.

Ο μικρός κοκκινολαίμης, φορώντας την ωραία μεγάλη μαύρη κουκούλα, που του έκρυβε την κοκκινιά στο λαιμό, μη μπορώντας να καταστρέψει φωλιές, επειδή ήταν μικρός και όχι κόκκινος πια, έψαχνε όλες τις φωλιές που είχαν αυγά. Μόλις έβρισκε φωλιά με αυγά, έπαιρνε μια μεγάλη φόρα και έπεφτε με δύναμη πάνω στα αυγά των «ξένων» πουλιών. Πρέπει να κατέστρεψε εκείνη την νύχτα, περισσότερα από πενήντα αυγά. Όταν κατέστρεψαν και την τελευταία φωλιά και έδιωξαν και το τελευταίο αποδημητικό πουλί, ο μεγάλος μαύρος κότσυφας έδωσε το σύνθημα για την επιστροφή. Επέστεψαν όλα κουρασμένα στις φωλιές τους και έπεσαν σε ένα βαθύ ύπνο, σίγουρα ότι όλα τα προβλήματα είχαν λυθεί. Ο μόνος που δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ, ήταν ο μικρός κοκκινολαίμης. Έστεκε καμαρωτός-καμαρωτός μπροστά στην φωλιά του. Ένιωθε πια, μια τόσο μεγάλη έπαρση, που μπορούσε να είναι κάτι περισσότερο από στολίδι, που δεν πρόσεξε ότι είχε χάσει την ωραία μαύρη κουκούλα, και αυτήν η ρημάδα η κοκκινιά στο λαιμό, συνέχισε να φεγγίζει στο φως του φεγγαριού…..

Πέρασε, αρκετός καιρός από τότε και πλησίαζε η άνοιξη. Τα χιόνια άρχισαν να λιώνουν και όλα τα πουλιά περίμεναν ν΄αρχίσει η λίμνη να ξαναγεμίζει νερό. Οι μέρες περνούσαν, ήρθε ο Απρίλης, ο Μάης και πλησίαζε το καλοκαίρι, αλλά η λίμνη συνέχιζε να έχει ελάχιστο νερό και να μην ξαναγεμίζει. Όλα τα πουλιά τα έπιασε κρύος ιδρώτας. Ήταν όλα πολύ εξαντλημένα, αφού πια είχαν φθάσει να πίνουν το μισό, του μισού, του μισού, του μισού, του μισού του νερού που έπιναν παλιότερα. Η παραλία της λίμνης, είχε γεμίσει ξεραμένα κλαδιά, γιατί τ΄αποδημητικά δεν ξανάρθαν από κείνο το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων για να τα μαζέψουν και τα πουλιά της λίμνης, ούτε θυμόταν πως γίνεται το μάζεμα των κλαδιών, αλλά δεν είχαν και την δύναμη να το κάνουν.

Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, το καλοκαίρι, μετά από μερικές μέρες ανυπόφορου καύσωνα, μια μεγάλη φωτιά ξεκίνησε από τα ξεραμένα κλαδιά στην παραλία της λίμνης. Σε λίγη ώρα, εξαπλώθηκε σε όλα δέντρα της λίμνης και όλες οι φωλιές άρχισαν να καίγονται. Τα πουλιά άρχισαν να τρέχουν και να πετούν με όση δύναμη τους είχε απομείνει, δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω και όπου μπορούσαν για να σωθούν. Έγινε πολύ μεγάλη καταστροφή. Οι φωλιές και τα δέντρα καταστράφηκαν και σ’ όλα τα πουλιά, επειδή δεν μπορούσαν να πετάξουν πολύ ψηλά για να γλυτώσουν, κάηκαν όλα τα πούπουλα τους και έμειναν γυμνά.

Ο μικρός κοκκινολαίμης πετούσε όλη την νύχτα για να γλυτώσει και όταν πια την άλλη μέρα κόπασε η φωτιά πήγε και κάθισε πάνω σε ένα μικρό κλαδάκι του μεγάλου πλάτανου, που χρησιμοποιούσαν για τις συνελεύσεις τους, που ω του θαύματος, ήταν το μοναδικό κλαδί που δεν είχε καεί. Κοίταξε γύρω του και αντίκρισε την απόλυτη καταστροφή. Τότε όμως, μέσα στην μεγάλη θλίψη του, συνειδητοποίησε ότι δεν είχε πια την κοκκινιά στο λαιμό. Είχε καεί μαζί με τα υπόλοιπα πούπουλα του. Πραγματικά δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί ή να λυπηθεί γι’ αυτό. Αυτή η ρημάδα η κοκκινιά στο λαιμό, που όλη του την ζωή προσπαθούσε ν΄απαλείψει, χάθηκε σε μια μέρα, αλλά μαζί της χάθηκαν και όλα του τα ωραία πούπουλα. Και δεν είναι μόνο αυτό. Κοίταξε γύρω του όλα τ’ άλλα πουλιά, που ήταν γυμνά. Και ήταν όλα ίδια. Δεν υπήρχαν, ούτε μαύρα, ούτε κόκκινα, ούτε κίτρινα και πράσινα πουλιά. Ήταν όλα κοκκινοκαφέ, το φυσικό δέρμα τους δηλαδή, λίγο καψαλισμένο από την φωτιά. Ακόμα κι αυτός ο αγέρωχος μαύρος κότσυφας που τόσο έπαρση είχε, ήταν ολόιδιος με μερικά αποδημητικά μαυροπούλια, που είχαν γλυτώσει την παραμονή των Χριστουγέννων και συνέχιζαν παράνομα και κυνηγημένα να βρίσκονται στην λίμνη.

Τότε ήταν που άκουσε μια βαθειά φωνή να έρχεται από τον καμμένο κορμό του γεροπλάτανου.

-Αχχ, με κατακάψατε χαζοπούλια. Στέκομαι τόσα χρόνια εδώ, έχουν περάσει από τα κλαδιά μου χιλιάδες πουλιά, αλλά πρώτη φορά βλέπω τέτοια χαζοπούλια, όπως εσείς.

-Ποιος είναι, ποιος μιλάει; ρώτησε τρομαγμένος ο μικρός κοκκινολαίμης.

-Εγώ, ο γεροπλάτανος. Έσπασα την σιωπή μου, γιατί δεν αντέχω να βλέπω άλλο αυτά που γίνονται δίπλα μου. Όλα τα πουλιά είναι λίγο χαζά από την φύση τους, αλλά εσείς είστε το κάτι άλλο. Πρώτα καταστρέψατε την λίμνη, μετά φέρατε τα τρία ηλίθια χαζοπούλια να καταστρέψουν ότι απόμεινε και στο τέλος διώξατε τ’ αποδημητικά πουλιά που μάζευαν τα ξερόκλαδα από την λίμνη και να το αποτέλεσμα.

-Α, μια στιγμή γεροπλάτανε. Γιατί μας βρίζεις. Εμείς κάναμε ότι καλύτερο μπορούσαμε και προσπαθήσαμε με όλους τους τρόπους να ξαναγεμίσουμε την λίμνη.

-Αχ, χα,χα,χα. Δεν μπορώ και να γελάσω έτσι που κατάντησα. Βρε χαζοπούλια. Φθάνει μόνο να προσπαθείτε να ξαναγεμίσετε την λίμνη. Πόσο μυαλό χρειάζεται για να καταλάβετε ότι δεν φθάνει μόνο να την ξαναγεμίσετε. Αυτό το κάνουν κάθε χρόνο από μόνα τους, τα χιόνια που λιώνουν και οι βροχές. Ηλίθια χαζοπούλια!. Πόσο χρόνο χρειάζεται για να καταλάβετε ότι η λίμνη από κάπου χάνει νερό και αν δεν βρείτε από πού χάνει, όσο και να προσπαθείτε δεν πρόκειται να ξαναγεμίσει. Άκουσε με καλά, μικρέ κοκκινολαίμη. Είμαι πάρα πολλά χρόνια εδώ και αν και είμαι γέρος και η μνήμη μου δεν είναι καλή, θυμάμαι ότι κάτι αντίστοιχο είχε γίνει και πριν από πολλά-πολλά χρόνια και οι παππούδες σας είχαν πει κάτι τότε, για ένα φράγμα που υπάρχει στην λίμνη και βρίσκεται πίσω από το βουνό. Πάτε να δείτε τι συμβαίνει, είπε ο γεροπλάτανος και η φωνή του χάθηκε.

Ο μικρός κοκκινολαίμης, δεν έχασε καιρό. Δεν ντράπηκε καθόλου την γύμνια του και έτρεξε να το πει στον γερο αετό-πρόεδρο και στα άλλα πουλιά.

-Μα η φύλαξη και η συντήρηση του φράγματος, έχουν ανατεθεί εδώ και πολλά χρόνια στους μπούφους. Έχουν καθήκον να το φροντίζουν και να το συντηρούν συνεχώς, αποκρίθηκε ο αητός-πρόεδρος.

-Και πού το ξέρεις ότι το κάνουν; ρώτησε ο μικρός κοκκινολαίμης. Πόσα χρόνια έχουμε να το ελέγξουμε;

-E, έχουμε 2,3,5,8,12,20,30 χρόνια να πάμε να δούμε τι κάνουν. Δεν είναι δυνατόν όμως, να μην το κάνουν, αποκρίθηκε ο αητός-πρόεδρος. Αλλά καλού-κακού, ας στείλουμε μια ομάδα, να δει τι γίνεται. Μικρέ κοκκινολαίμη και μεγάλε μαύρε κότσυφα, ετοιμαστείτε. Θα πάτε να δείτε τι γίνεται.

Πραγματικά την άλλη μέρα το πρωί, τα δυο πουλιά ξεκίνησαν για το φράγμα. Πέρασαν την λίμνη και πέταξαν πίσω από το βουνό. Όσο όμως κι αν έψαξαν δεν βρήκαν πουθενά κανένα φράγμα. Το νερό της λίμνης έτρεχε ελεύθερα προς το κάμπο και μόνο σε ένα μικρό σημείο, είδαν κάτι που έμοιαζε να ήταν κάποτε φράγμα. Πλησίασαν σε κείνο το σημείο και το μόνο που είδαν ήταν κάτι πέτρες ή μία πάνω στην άλλη και έναν χοντρό και αφράτο μπούφο με μαγιό και γυαλιά ηλίου να κάνει ηλιοθεραπεία.

-Τι είσαι εσύ και τι κάνεις εδώ; Τον ρώτησαν.

– Εγώ είμαι υπάλληλος της υποδιεύθυνσης β’, του γ’ τμήματος, της υπηρεσίας φύλαξης και συντήρησης του φράγματος, απάντησε ο μπούφος.Και προσέχω το φράγμα.

-Ποιο φράγμα; απάντησαν τα πουλιά.

-A, μην με σκοτίζεται με πολλές ερωτήσεις. Εμένα μου έχουν πει να κάθομαι εδώ και να μην το κουνάω ρούπι, γιατί, όπως λέει και ο διευθυντής μου, είμαι ο πιο μπούφος από τους μπούφους, είπε ο μπούφος βγάζοντας τα γυαλιά ηλίου, με αγανάκτηση ανάμικτη με περηφάνεια.

-Δηλαδή δεν είσαι μόνος σου;

-Όχι βέβαια, στην υπηρεσία, είμαστε χιλιάδες μπούφοι.

-Και πού είναι οι άλλο;

-Ε, κάπου εδώ γύρω είναι. Μια στιγμή αν θέλετε να βάλω μια φωνή και θα ‘ρθούνε. Μποοοοου!!!Μποοοοου!!Μποοοοου!!, φώναξε τρεις φορές, ο μπούφος.

Και ξαφνικά, μπούφοι άρχισαν να ξεπροβάλουν πίσω από πέτρες, θάμνους και ότι άλλο μπορείς να φανταστείς.Και όταν έμαθαν από πού είναι τα πουλιά, άρχισαν όλοι μαζί να διαμαρτύρονται ο καθένας για διαφορετικό λόγο. Ένας για το φαγητό, άλλος για τις ώρες εργασίας, άλλος ότι για βάρβαρες συνθήκες εργασίας. Ένας μάλιστα, τους ανακοίνωσε ότι κάνει απεργία εδώ και 22 χρόνια, γιατί το νερό της λίμνης είναι κρύο το χειμώνα. Ο μικρός κοκκινολαίμης και ο μαύρος κότσυφας, κατάλαβαν ότι δεν είχαν να δουν κάτι παραπάνω και πήραν το δρόμο του γυρισμού.

Όταν έφθασαν πίσω στην λίμνη, βρήκαν όλα τα πουλιά, να είναι μαζεμένα στην παραλία της λίμνης και να γλεντάνε και να πανηγυρίζουν. Μαζί τους ήταν και ο παραμορφωμένος φλώρος που είχε έρθει παλιότερα μαζί με την σπουδαγμένη κουκουβάγια και τον μελετηρό σπίνο και τρεις δρυοκολάπτες.

-Τι είναι, τι συμβαίνει; ρώτησαν.

-Βρέθηκε η λύση, τους απάντησαν. Πριν από λίγη ώρα ο παραμορφωμένος φλώρος με τους τρεις δρυοκολάπτες μας ανακοίνωσαν, ότι μετά από πολλές δοκιμαστικές έρευνες και μετρήσεις που έκαναν, ανακάλυψαν ότι κάτω από την ξεραμένη γη μας υπάρχει πάρα πολύ νερό και ότι μπορούν οι δρυοκολάπτες να σκάψουν με τις μύτες τους και να το βγάλουν όλο.

-Σοβαρά, ρώτησαν τα δυο πουλιά με μια φωνή.Και πότε μπορεί να γίνει αυτό; ρώτησε ο μικρός κοκκινολαίμης. Τότε σηκώθηκε ένας σοφιστικέ δρυοκολάπτης και άρχισε να κάνει υπολογισμούς.

-Ε, σε 5,10,15,20,25 χρόνια μπορεί κάτι να γίνει.

Νέα απογοήτευση έπεσε στην παραλία της λίμνης. Όλοι ήταν σκασμένοι με την κακοτυχία που έπεσε στον τόπο τους. Και τότε, ο μικρός κοκκινολαίμης, αποφάσισε ότι έπρεπε να πάρει τον λόγο. Αφού αφηγήθηκε με απόλυτη ακρίβεια, όσα έγιναν στην επίσκεψή τους στο φράγμα, είπε σ’ όλα τα πουλιά που ήταν μαζεμένα γύρω του.

-Πρέπει να το πάρουμε απόφαση. Μια είναι η λύση και δεν είναι εύκολη. Πρέπει να ξαναχτίσουμε το φράγμα, για να σταματήσουμε να χάνουμε νερό.

-Και πως θα γίνει αυτό. Εμείς είμαστε πουλιά. Μπορούμε να ξαναχτίσουμε ένα τόσο μεγάλο φράγμα; απόρησαν μερικές τσίχλες.

-Μπορούμε, απάντησε με δύναμη ο μικρός κοκκινολαίμης. Μπορούμε, αν δουλέψουμε σκληρά όλοι μαζί. Όπως έκαναν πριν από χρόνια οι παππούδες μας. Πρέπει ν’ αρχίσουμε να κουβαλάμε λάσπη με το στόμα μας, όπως κάνουν τα χελιδόνια, όταν χτίζουν τις φωλιές τους. Και σ’ αυτή τη προσπάθεια χρειαζόμαστε όλοι. Και οι μπεκάτσες, και οι τσίχλες και οι αετοί και τα μαύρα κοτσύφια και φυσικά και οι μπούφοι. Δεν φταίνε αυτοί, που είναι μπούφοι. Εμείς φταίμε, που μια τόσο σημαντική δουλειά, την δώσαμε στους μπούφους. Και κυρίως χρειαζόμαστε τ’ αποδημητικά πουλιά. Ζουν μαζί μας τόσα χρόνια, μοιραζόμαστε την ίδια λίμνη. Όταν δεν έχουμε εμείς νερό, δεν έχουν ούτε αυτά. Πρέπει όλοι μαζί, να πάμε και να ζητήσουμε συγνώμη για το κακό που τα κάναμε. Και πρώτος εσύ, μεγάλε μαύρε κότσυφα. Δεν θα είναι εύκολα, αλλά αν ξεκινήσουμε αύριο το πρωί, κάθε μέρα το φράγμα θα μεγαλώνει και μαζί του θα μεγαλώνει και το νερό της λίμνης.

Ειλικρινά, δεν γνωρίζω, τι έγινε τελικά, και τι αποφάσισαν τα πουλιά. Αυτό όμως που ξέρω και μπορώ να το πω με μεγάλη σιγουριά, είναι πως την ώρα που μιλούσε ο μικρός κοκκινολαίμης, άρχισαν ξαφνικά όλα του τα πούπουλα να ξαναγίνονται κόκκινα. Πραγματικό κόκκινο όμως, όπως πάντα θα έπρεπε να είναι το κόκκινο. Και αυτή η ρημάδα η κοκκινιά στο λαιμό, δεν ήταν πια ρημάδα, αλλά αυτό που τον έκανε να νιώθει περήφανος.

γιώργος κολοβός

Σχόλια

Απάντηση

Discover more from Γιώργος Κολοβός

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading