Η κυρία Βούλα

“ …..για ένα πράγμα μετάνιωσα στη ζωή μου. Ούτε για τον άντρα μου, ούτε για τη δουλειά μου, ούτε για τις επιλογές μου. Εντάξει έκανα και κάποια μικρολαθάκια, αλλά τίποτε σημαντικό. Μετάνιωσα που δεν έβγαλα δίπλωμα οδήγησης. Που δεν έμαθα να οδηγώ. Αλλά που να το φανταστώ ότι θα πέθαινε η θειά μου και θα μ’ άφηνε τέσσερα σπίτια. Κι αυτή η χαμένη, ούτε παντρεύτηκε, ούτε παιδιά έκανε, ούτε που γνώρισε άντρα. Παρθένα πέθανε. Πως γίνεται να περάσεις μια ζωή, χωρίς να τον χαϊδέψεις λίγο…. Με τις κόρες μου δεν έχω παράπονο. Και η μεγάλη δε παντρεύτηκε αλλά το γλέντησε. Μου το ξέκοψε απ΄την αρχή. Μάνα, εγώ γάμους και τέτοια δε γουστάρω.”

Άνοιξε καινούργιο πακέτο ΚΑΡΕΛΙΑ slim και με αργές κινήσεις τράβηξε το πρώτο τσιγάρο. Θάβαζα στοίχημα ότι η συγκεκριμένη κίνηση, ήταν από τις μικρές χαρές που ακόμα απολάμβανε στην ζωή της. Έβαλε το τσιγάρο στο στόμα και το άναψε με την καύτρα του προηγούμενου που σιγόκαιγε στην σταχτοθήκη. Ο κομμωτής είχε προλάβει να καθαρίσει τα μαλλιά μπροστά από τα μάτια μου και μπορούσα να την διακρίνω καλύτερα. Η κυρία Βούλα. Σίγουρα πάνω από εβδομηνταπέντε, φαινόταν δουλεμένη γυναίκα, με ντύσιμο όμως και περιποίηση σε μαλλί και νύχια, εύπορης αστής. Η κούραση στα μάτια της όμως, ερχόταν σε απόλυτη αντίθεση με την εμφάνισή της. Δεν την είχα προσέξει ιδιαίτερα όταν έμπαινα στο κομμωτήριο. Παρόλο που τους πρόλαβα στην πόρτα, όρθιους μαζί με το κομμωτή, έτοιμους να πάνε κάπου. Α, κυρία Βούλα, τώρα δε γίνεται. Ήρθε πελάτης. Αν θέλεις να περιμένεις και θα σε πάω αργότερα. Στεκόταν μπροστά μου, στηριζόμενη στο μπαστουνάκι της και με υποδέχτηκε μ΄ένα μεγάλο χαμόγελο. Δε φάνηκε να ενοχλήθηκε ιδιαίτερα που χάλασα την “αποστολή” της με το κομμωτή. Το αντίθετο μάλιστα. Σα να χάρηκε που απέκτησε καινούργιο ακροατήριο…

“…η μικρή μου κόρη όμως, ακριβώς το αντίθετο. Παντρεύτηκε, έκανε παιδιά …. Πολύ αποφασιστικό αυτό το παιδί. Είπε θα κόψω το τσιγάρο και τόκοψε αμέσως. Σα το πατέρα της. Κι αυτός είπε θα κόψω το τσιγάρο και το έκοψε. Μετά βέβαια μούπε πως θα κόψει και το σεξ. Εγώ όμως δε θέλω να κόψω το σεξ. Πώς θα γίνει αυτό; Τέλος πάντων. Με ρωτάει η συμπεθέρα, κάνεις τίποτε; Τι μπορώ να κάνω δηλαδή; Έτσι όπως έγινα εγώ μετά την εγχείρηση στη μέση, χρειάζομαι τρείς. Εδώ νέα κοριτσάκια ψάχνουν έναν και δε μπορούν να τον βρουν. Θα βρω εγώ τρείς; Δύο να με κρατάνε και ένας να με πηδάει..”

Γύρισε προς το μέρος μου και μου ζήτησε συγνώμη για την αθυροστομία της. Της απάντησα ελεύθερα. Η φωνή της όμως είχε εκείνη τη χροιά, που ήμουν σίγουρος, πως ότι αν της έλεγα ότι ενοχλήθηκα θα με έγραφε κανονικότατα.

“…έζησα πενήντα χρόνια με μητριά. Όλα αυτά τα χρυσαφικά που φοράω – και δεν ήταν λίγα – όλα δικά της ήταν. Την κοίταξα όμως. Ακόμα και στην κόρη μου, έβαλα το δικό της όνομα. Δε έβαλα της μάνας μου. Τριάντα εννέα χρονών πέθανε η μάνα μου. Και γώ δεν έβαλα τ’ όνομα της.. Και την θειά μου την κοίταξα. Δυο γριές, μια ζωή. Και τώρα μ’ αφήσανε ένα σκασμό λεφτά, αλλά τώρα είμαι κι εγώ γριά.”

Οι τελευταίες της λέξεις, έδειξαν να την συγκινούν. Σαν από αντίδραση, ξεκίνησε να σηκώνεται από το καναπέ του κομμωτηρίου. Νικολάκη, άστο για σήμερα. Δε πειράζει θα πάρω ταξί. Ο κομμωτής, σταμάτησε για λίγο ν’ ασχολείται  

με τρίχες και την συνόδευσε στην πόρτα. Γυρίζοντας με κοίταξε με αστραφτερή ματιά και ένα ελαφρό μειδίαμα. Δε χρειάστηκε να ρωτήσω τίποτε. Μούπε για την θεία της, για την μητριά της, για τις κόρες της, για τον άντρα της, όλα. Πενήντα χρόνια βιοτεχνία η κυρία Βούλα, γαζώτρια. Δέκα, δώδεκα ώρες δουλειά, δυό παιδιά και πάντα με μια γριά μέσα στο σπίτι. Ένα διάστημα μάλιστα και δύο. Που και οι δύο από φόβο μην τις παρατήσει μετά, όσο ζούσαν δεν τις έδιναν τίποτε. Μα όταν πέθαναν της άφησαν ακίνητα και τώρα μόνο τα νοίκια που εισπράττει είναι μια μικρή περιουσία. Και προσπαθεί να τα χαρεί. Πάει κάθε μέρα στο κομμωτήριο, κυκλοφορεί με ταξί και σήμερα είχε αγγαρέψει το κομμωτή να την πάει με το αυτοκίνητο του στην τράπεζα να βγάλει χρήματα.

Είχα φθάσει στο πεζοδρόμιο και ο κομμωτής ακόμα μου φώναζε λεπτομέρειες από τη ζωή της κυρίας Βούλας. Είχα κανένα χρόνο να πάω για κούρεμα και τώρα ένοιωθα το κεφάλι μου πολύ πιο ελαφρύ και νομίζω πως έβλεπα πολύ πιο καθαρά. Κακά τα ψέματα, οτιδήποτε στη ζωή, όσο και αν το επιθυμείς, όσο κι αν κουραστείς και προσπαθήσεις για αυτό, αξίζει να το κατακτήσεις όταν μπορείς να το χαρείς. Η κατάκτηση του “επάθλου” από μόνη της δε λέει τίποτε, αν όταν το κατακτήσεις δεν είσαι σε θέση να το διαχειριστείς, όταν δε ξέρεις ή δε μπορείς να το “οδηγήσεις” εκεί που θέλεις. Οτιδήποτε είναι αυτό. Είτε χρήμα, είτε δόξα, είτε εξουσία.

δεκέμβριος 2015/μνημόνιο σύριζα

γιώργος κολοβός

Σχόλια

Απάντηση

Discover more from Γιώργος Κολοβός

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading