Η κάτοψη

….τραβάω μια γραμμή. Ωραία. Έχω και δύο διαγώνιες, μια χαρά θα βγεί. Η σωστή αποτύπωσις, είναι η βάσις, έλεγε μια καθηγήτρια, χρόνια πρίν. Σ’ ένα μήνα σκίζουμε τα μνημόνια και καθαρίζουμε, έλεγε τ’ ομορφόπαιδο, λίγους μήνες πρίν. Είπα να σβήσω τα παλιά, να σκίσω τα τεφτέρια. Εντάξει, Οκ. Αλλά, σα φίλοι καρδιακοί να δώσουμε τα χέρια. Και γιατί δεν βγαίνει, ρε γαμώτο. Να πάρω δυο κύκλους. Και δεν παίρνω τα βουνά καλύτερα. 500 ευρώ για τα ξύλα, 220 η ΔΕΗ, με την κοπέλα του φροντιστηρίου έχουμε γίνει κολλητοί στα τηλέφωνα. Λες νάναι καμμιά καλή; Γιατί δεν τέμνονται οι δύο κύκλοι. Σημείο επαφής, κανένα. Σα την συμφωνία. Σήμερα, αύριο, την άλλη βδομάδα, τον άλλο μήνα, ποτέ. Who knows? . Ρε σύ, πήρα λάθος διάσταση. Είπα και γώ. Λάθος είναι το μνημόνιο, με τρομάζει η Κωνσταντοπούλου. Η Ζωή. Την ζωή μου πάντως, την ζωή μας, κάπου την πήραμε λάθος. Και πως ν΄αλλάξω ζωή, ποιητά μου; Τι να ξεκινήσω τώρα στα 40 something ;  Ε, something. Γράμμα και χρόνος.  Κάποτε, αυτές τις αποτυπώσεις, τις πετούσα σε μισή ώρα. Σε μισή ώρα, έρχεται η πελάτισσα. Τι θα της δείξω; Ε, πού’σαι, γι’ απόψε δείξτης κάτι άλλο, έλεγε ο Ηλίας του 16ου . Κάτι συμβαίνει με το μυαλό μου. Δεν συγκεντρώνεται. Δεν εστιάζει. Το θολομένο μου μυαλό. Ακης Πάνου. Τραγουδάρα. Ασχετο. Συγκεντρώσου!!   Ωπα. Το δωμάτιο έκλεισε. Λίγο στραβό μου φαίνεται, αλλά τι είναι ίσιο σήμερα? Πάμε παρακάτω. Παρακάτω είναι γκρεμός, παιδάκι μου, ουρλιάζει ο Άδωνις απ΄το παράθυρο. Πάλι αυτός ο γκρεμός. Κι εκεί στο χείλος του, η χώρα, οι ζωές μας, η ηρεμία μας, να μη λένε να ξεκολλήσουν. Ποτέ δε πίστευα ότι θα με ταλαιπωρήσει τόσο πολύ ένα χείλος. Άλλη εικόνα είχα για τα χείλια. 1000 ευρώ το ΤΕΒΕ, 2500 το ΤΣΜΕΔΕ. Να διαλέξω, δε μπορώ. Τσίπρας-Λαφαζάνης. Και τα δύο. Πακέτο. Χρειάζεται και τρίτο πακέτο, ενημερώνει η Λαγκάρντ. Πως είναι έτσι αυτή. Σα την κοκκάλω, στην σαραντάρα. Το τρίτο το μακρύτερο. Και δεν έχει τέλος. Πάντα το φοβόμουν το τέλος. Δεν το ήθελα. Παιδί ακόμα, πάντα μου προκαλούσε μια θλίψη. Το τέλος της μέρας, το τέλος του παιχνιδιού, το τέλος των Χριστουγέννων.Τα κάλαντα των Φώτων, είχαν πάντα μέσα τους έναν λιγμό. Το μόνο τέλος που λάτρευα ήταν  το τέλος του χειμώνα και η αρχή του καλοκαιριού, όπως τώρα. Ο ήλιος, το μεγάλωμα της μέρας, το κλείσιμο του σχολείου με συνέφερναν και εκεί αρχές Μαίου ήμουν έτοιμος κι ένιωθα πως έχω χρόνο. Δεν έχω χρόνο. Κι αυτή η ρημάδα η κάτοψη, δεν λέει να κλείσει. Κοίτα τώρα, που εκλιπαρώ για το τέλος και απεχθάνομαι το χείλος. Και συ ποιητά μου, με προτρέπεις να εύχομαι “..νάναι μακρύς ο δρόμος.” Πόσο μακρύς;  Ευτυχώς όμως,  δεν μου λές μόνο αυτό. “ Τους  Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας, τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις, αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου, αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.” Τελικά, ανώτερο πράγμα η τέχνη. Και υπάρχει μια τέχνη, που είναι ανώτερη απ΄όλες τις άλλες. Η τέχνη του να ζεις.

γιώργος κολοβός

Σχόλια

Αφήστε μια απάντηση